μιὰ
βραδιὰ
στὸ
Κερατσίνι στιλετιὰ
ναζιστικὴ
σοῦ
κομμάτιασε γαμιόλη τὴ
γκαρδιὰ
σὰ
πιροσκὶ
στὸ
πεζούλι ξεψυχοῦσες
καὶ
κλαψούριζες μουνὶ
σὰν
ὁ
Χάρος μὲ
λαχτάρα ἔβλεπ'
ὅλη
τὴ
σκηνὴ
πῆγες
μάγκας νὰ
τὸ
παίξῃς
σὲ
νταῆδες
φασικοὺς
μὰ
σὲ
φύτεψαν στὸ
χῶμα
μὲ
κρωγμοὺς
σατανικοὺς
μὲ
τὸ
σάπιο σου τὸ
αἷμα
κάναν ἅγιες
χοὲς
καὶ
στὴ
Γκόλασι καβλῶσαν
τῶν
ἔς-ἔϊ
οἱ
ψυχὲς
Παῦλο
Φῦσσα
πουσταρᾶ
σὲ
γαμῶ
σὰ
γκουμπαρᾶ
στὸ
καντήλι σου χυσιὲς
ξακοντίζω μὲ
χαρὰ
Παῦλο
Φῦσσα
ξεκωλὶ
σκυλομούρη χασικλῆ
πόσο
καύλωσα μπινέ! ποὺ
σὲ
σφᾶξαν
σὰ
σκυλὶ
τώρα
τέλειωσαν οἱ
ῥῖμες
καὶ
σοῦ
ζβῆσαν
τὴ
φωνὴ
καὶ
τὸ
γκῶλο
τὰ
τελώνια θὰ
σοῦ
κάμουν σὰ
χωνὶ
μὲς
τοῦ
Ἅδη
τὰ
σοκάκια φοβιζμένος τριγυρνᾷς
καὶ
τὸ
μποῦτσο
τοῦ
Σατάνου σὰ
μπουτάνα προσκυνᾷς
κεῖ
θὰ
νοιώσῃς,
ῥὲ
πουστράκι, τὶ
σημαίνει φασιζμὸς
καὶ
ὁ
βρώμικός σου κῶλος
τὶ
θὰ
πῇ
ξολοθρεμὸς
στὸ
μαπίδι σου ἀπάνω
θὰ
σπινιάρουν οἱ
ψωλιὲς
κι
ἀπ'
τὰ
μάτια σου θὰ
στάζουν τῶν
δαιμόνων οἱ
χυσιὲς
μάγκα,
Γιῶργο
Ρουπακιᾶ,
σέρβιρες καυτὸ
σουγιᾶ
τὴ
σεπτή σου τὴ
μορφὴ
ἀγαπᾶνε
τὰ
παιδιὰ
Ναζιστῆρα
Ῥουπακιᾶ
εἶν'
τ' ἀρχίδια
σου βαργιὰ
σοῦ
φωνάζουν οἱ
Ναζοὶ
"Γιώργη, γάμα Παναγιᾶ!"