Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

ΤΩΡΑ ΓΑΜΩ ΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ (ΠΥΡΓΙΩΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ)

Τώρα γαμῶ τὴ μάνα μου καὶ τρίζουν οἱ εἰκόνες
μὲ καταριοῦνται οἱ θεοὶ σὰ ντρέμουν οἱ λαγόνες

τ
ώρα γαμῶ τὴ μάνα μου καὶ χύνει σὰ μοσχάρι
τ
ὴ μούνα της σφυροκοπᾷ ἀτζάλινο παπάρι

τ
ὴ μήτρα ποὺ μὲ ξέρασε μὲ μῖσος ξεπατώνω
σ
ὰν ἄρρωστο κοπρόσκυλο τὸ γκῶλο της ὀργώνω

γαμάω μάνα κα
ὶ γελῶ, πετάω στὰ οὐράνjα
σ
ὰ δαίμονας κορδώνομαι καὶ χύνω τα ταβάνjα

κωλογαμ
ῶ τὴ μάνα μου γιατ᾽ εἶμ᾽ ἕνας Πυργιώτης
ε
ἶμαι νταὴς μαυρειδερὸς καὶ χύνω στὸ μπρωκτό της

live γαμ
ῶ τὴ μάνα μου σὲ ὅλα τὰ κανάλια
κοζάρουν κα
ὶ τὸ μπαίζουνε οἱ φίλοι τὰ χρεπάλια

τ
ὴ βρίσκουμε μὲ LSD, μὲ Ecstasy καὶ πάκια*
γουστάρουμε τ
ὸ Σατανᾶ γιατ᾽ εἴμαστε πρεζάκια

σ
ὲ ζωντανὴ μετάδοσι πίπα στριφτὴ μοῦ δίνει
ἀνάποδα μὲ καβαλᾷ καὶ τὸ μουνί της χύνει

ἱππεύει τὸ πουτσάρι μου, χοροπηδᾷ μὲ λύσσα
καὶ μὲ τὴν κλειτορίδα της μὲ πιτσιλᾷ μὲ χύσα

χύνει γερὰ κι ἀπανωτά, τριγύρω σκουϊρτάρει
ἀχνίζει τὸ δωμάτιο κι ὁ κῶλος της σκορτσάρει

τὸ πουτσοκέφαλο σφιχτὰ τὸ πιπιλᾷ σὰν χύνῃ
καὶ τὰ ἀρχίδια μου ζουλᾷ σὰν χύσια καταπίνῃ

ε
ἶμ᾽ ἀπ᾽ τὸν Πύργο ῥὲ μουνιά, μὲ σφαῖρες σᾶς τρυπάω
τ
ὰ γαμημένα σας παιδιὰ χέζω καὶ κατουράω


*τριπάκια

ΜΑΧΑΙΡΩΣΑ ΤΗ ΜΑΝΝΑ ΜΟΥ

μαχαίρωσα τὴ μάννα μου γιὰ λίγη κρεατίνη
γιατεἶχα πάθῃ βέρτιγκο καὶ μαύρη σκοτοδίνη

μαχαίρωσα τὴ μάννα μου καὶ τὄχω γιὰ καμάρι
γιατεἶμ' ἕνας παλῃάθρωπος καὶ στυγερὸ τομάρι

τὴν ἔκοψα, τὴν ἔσφαξα, τὴν ἔκανα κομμάτια
τὰ δυνατὰ στεροειδῆ μοῦ θόλωσαν τὰ μάτια

τὴν ἔκοψα, τὴν ἔχωσα σὲ δώδεκα σακοῦλες
μαζὺ μὲ ἕναν Ἀλβανὸ καὶ δύο ντόπχες τσοῦλες

σὰ γκούνελο τὴν ἔσφαξα γιατεἶμαι ψυχανῶμα
καὶ ὕστερα βεβήλωσα μὲ ζβάστικες τὸ πτῶμα

ΔΩΣ’ ΤΟΥ

Δός τοῦ μπέμπη πρωτεΐνη
νιτρικὰ καὶ κρεατίνη
δὲ σηκώνω ἀντιρρήσεις
τὸ παιδὶ Ναζὶ θὰ γίνῃ

μὲς τὴ γκούνια του νὰ παίξῃ
βάλε ζβάστικες πεντἔξι
καὶ τοῦ Φῦρερ μιὰν ἀφίσα
τὴ μπζυχή του γιὰ νὰ θρέψῃ

πότισέ τον καζεΐνη
ὑπεράριος νὰ γίνῃ
στ' ἀλβανάκια τοῦ σχολείου
πόνο ἀτέλειωτο νὰ δίνῃ

καὶ καράτε γρᾶψ' το τώρα
ἐκφασίσθηκε ἡ χώρα
γιὰ νὰ σφάξῃ ὑπανθρώπους
ὅταν ἔρθῃ ἡ ἅγια ὥρα

τὸ κεφάλι θὰ ξυρίσῃ
καὶ τσουλάκια θὰ γαμήσῃ
μὲ τὸ μαίαντρο στὸ μπράτσο
τὸ Χριστὸ θὰ κατουρήσῃ

Δός τοῦ μπέμπη καρνιτίνη
θέλει Χρύσαυγος νὰ γίνῃ
νὰ σκοτώνῃ Πακιστάνια
καὶ τὸ πτῶμα τους νὰ χύνῃ

ΔΙΝΑΡΙΚΟΣ ΝΤΑΗΣ (παράφρασις τοῦ «ΑΘΕΟΣ ΝΑΖΙ»)

Ἔχω κορμὶ Διναρικό, τὸ ὕψος μου μεγάλο,
ψάχνω Μεσόγεια χτικιᾶ τὴ λύσσα μου νὰ βγάλω:

Καφὲ Μεσόγειες κοντές, ἀφράτες μὲ καμπῦλες
τῶν πριονίζω τὸ μουνὶ καὶ χύνουν σὰ γορίλλες

Κύπριες Παλαιστίνιες Μαλτέζες κι Ἑλληνίδες
Σπανιόλες Σικελιώτισσες Τουρκάλες κι Ἰταλίδες:

Τοὺς φέρνω ἀπὸ τὸ Βοῤῥὰ γαμήσια ὠργισμένα
ταχυψωλίδια ζῳηρά, σκληρὰ συφιλιασμένα

Σέρβος ξανθὸς ἀθλητικός, στὸν Paspalj ὡρκισμένος
ψηλὸς νευρώδης καὶ λεπτός, στὸν πόλεμο δοσμένος

Βέρος Βαλκάνιος νταής, ἀτόφιος Γιουγκοζλαῦος
Διναρικὸς ἐκδικητής, βουνίσιος Βελιγράδγιος

Στὴν καταχνιὰ μεγάλωσα, ψηλὰ στὸ Μαυροβούνι
κι ἔρχομαι τώρα νότια νὰ κάνω ματομούνι

Στοῦ Kragujevac τὰ στενᾶ περπάτησα μονάχος
τὸν παγωμένο τὸν χιονιὰ τὸν ἄντεξα σὰ βράχος

Χαῖρε Σερβία κρυερή, τοῦ Divac τὸ καμάρι
ποὺ ἀναβλύζεις ἀπ’ τὴ γῆ ἀστείρευτο δινάρι

Οἱ Νότχιες μᾶς γουστάρουνε, καὶ στάζουν τὰ μουνιά τους
ποθοῦν τὶς κρῦες μας ψωλὲς μὲσ’ στοὺς ζεστούς τους πάτους

Ποθοῦν τὰ χέρια τὰ λευκᾶ στὶς μαῦρες τους τρυπίδες
γαργάρες νὰ τοὺς δίνουμε χυσιὲς μὲ φυσαλίδες

Τὶς Ἑλληνίδες τὶς κοντὲς μὲ νεῦρο τὶς γαμᾶμε
και Σύριες μελαγχροινὲς στὴ μούρη κατουρᾶμε

Στητὸ καυλὶ διναρικό, μὲ θαλπωρὴ ῥουφᾶνε
κι ὅταν τὰ καταπίνουνε στὰ μάτια μᾶς κυττᾶνε

Εἴμαστε Σέρβοι νικητές, γαμᾶμε τὸ θεό τους
καὶ σ’ ὅλα τὰ ἀθλήματα μᾶς βλέπουν πάντα πρώτους