Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Ο ΔΑΙΜΩΝ ΝΑΙΕΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ



Ὁ Δαίμων ναίει μέσα μου, τὸν θῦμο μου κατέχει
τ
ὸ σῶμα καὶ τὴ σκέψι μου ἐκ γενετῆς ἐλέγχει

Ὁ Δαίμων ναίει μέσα μου, μὲ φλόγα μὲ γεμίζει
τ
ὰ κόκκινα τὰ μάτια μου μὲ λάβα πλημμυρίζει

Ε
ἶν' ἄψυχο τὸ σῶμα μας, κουφάρι χωματένιο
ἕνα τσουβάλι σηπτικό, γλοιῷδες καὶ σκατένιο

Μ
ὰ ἡ φλόγα ἡ ἀέναη εἰσέρχεται σὰ δίνη
τ
ὸ σῶμα ὄρθιο κρατᾷ καὶ τὴ Ζωὴ τοῦ δίνει

Ὁ Δαίμων ναίει μέσα μου, τὰ φρένα μου βαστάει
στ
ὸν ὕπνο καὶ στὸν ξύπνιο μου συνέχjα μοῦ μιλάει

Δαιμονικ
ὴ κατάληψις, δίαυλος μὲ τὸ Θεῖον
νεκρωτικ
ὴ μετάληψις Ἀχράντων Μυστηρίων

Ἐξόρκια λατινικὰ ψελλίζω σὰν γαμάω
σὲ φυλαχτ
ὸ τῆς Παναγιᾶς γελῶντας κατουράω

Τ
ὰ μάτια πυῤῥακτώνονται, βρυχῶμαι καὶ καυλώνω
νορβηγικ
ὰ μπατήρια ἀκούω καὶ μερακλώνω

Πετ
ῶ στὴν πλάτη μου φτερά, ἐκμαίνομαι στὰ ἴσα 
Ὁ Δαίμων ναίει μέσα μου καὶ μὲ γεμίζει λύσσα

ΑΘΕΟΣ ΝΑΖΙ (ΣΤΟΥ ΓΑΛΑΤΣΙΟΥ ΤΑ ΣΤΕΝΑ)



εἶμ᾽ ἕνας ἄθεος Ναζί, τὸ μῖσος μου μεγάλο
ψάχνω σκουρόχρωμα χτικιὰ τὴ λύσσα μου νὰ βγάλω

Πάκια, Ἀβγάνια καὶ Ῥομᾶ ἢ κι Ἕλληνες ἀκόμα
σιδηρογρόθι θὰ γευθοῦν καὶ θὰ μασήσουν χῶμα

μαυρειδερὸς ὅποιος βρεθῇ στὸ γκρίζο μου τὸ διάβα
θὰ τονὲ κάνω σόνικο μὲ σκίνχεντ ἀπ᾽ τὴ Γκράβα

στοὺς δρόμους παρελαύνουμε, γυαλίζουν τὰ κρανία
κι ὅποιον στὰ μάτια μᾶς κυττᾷ βαρᾶμε μὲ μανία

μαζεύουν μάννες τὰ παιδιὰ σφαλίζουνε μπατζούρjα
ἀφίνουν γέροι τὸ γκαφὲ καὶ φεύγουνε μὲ φούρjα

στοῦ Γαλατσίου τὰ στενὰ ἀδειάζουνε οἱ δρόμοι
σκορπίζουν γάτες καὶ σκυλιὰ κοἱ Ἀλβανοὶ ἀκόμη
φλεβῴδη μπράτσα φουσκωτὰ τεντώνουν τὰ μανίκια
μορφὲς σκληρὲς καὶ σκοτεινὲς ζητοῦν σουγιαδιλίκια

φριχτοὶ νταῆδες δίμετροι στὸ Χῖτλο ὡρκιζμένοι
μὲ βλέμμα ἄψυχο, κενό, Φασίστες ὠργιζμένοι

ὅλες οἱ τσοῦλες μᾶς κυττοῦν καὶ στάζουν τὰ μουνιά τους
ποθοῦν τὶς ἅγιες μας ψωλὲς μὲς τοὺς ῥοζέ τους πάτους