Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

ΘΑ ΧΥΣΗ ΚΑΙ Ο RIBBENTROP

Θὰ χύσῃ καὶ ὁ Ribbentrop, “ Ἁγνῆ ” πορτοκαλάδα
Φωτίζει πιὰ ἡ Σβάστιγγα, σἂν ἥλιος τὴν Ἑλλάδα

Κρατῶ σφιχτὰ στὰ χέρια μου τσεκούρι καὶ μαχαῖρι
Οἱ Ἀλβανοὶ θὰ γαμηθοῦν ἀπὸ ξανθὸ ἀσκέρι

ΑΔΩΝΙ, ΓΑΜΩ ΤΗ ΝΕΚΡΗ ΜΑΝΝΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΟΥ


Γjωργιάδη πουσταρᾶ
σ
ὲ γαμᾶνε φανερὰ
Πακιστάνjα κι
Ἀλβανοὶ
κα
ὶ γκανιάζεις γοερὰ

μ
ὲ γυναῖκα παρτουζοῦ
μητρομάννα το
ῦ χαμοῦ
στάζει γ
ῦζφα ὅλο τὸ χῶλ
κα
ὶ τὰ γλείφεις σὰ μαϊμοῦ

κάθε βράδυ στ
ὴ στοὰ
το
ὺς λουστράρεις τὰ γκαυλιὰ
ἀνεβαίνεις τοὺς βαθμοὺς
κα
ὶ κυλιέσαι στὰ σκατὰ

σ
ὰ τζιρίζεις στὴ ντι-βὶ
τ
ῆς ζωῆς σου τὴ γκλωστὴ
ἂς τὴ γκόψῃ ὁ Σατανᾶς
γι
ὰ νὰ πάθῃς συγκοπὴ

μ
ὲ ξεφλούδιστο πρωκτὸ
κα
ὶ πηχτάδια στὸ λαιμὸ
τ
ὸ Χριστὸ δοξολογεῖς
τσιμπουκώνεις τ
ὸ σταυρὸ

βρωμερ
ὸς πουτανασγιὸς
Χριστιαν
ὸς σιχαμερὸς
τ
ῶν παππάδων πουτανὶ
κα
ὶ ἀνθέλληνας σκληρὸς

Κ
ῦττα δῷθε ῥὲ χτικιὸ
σο
ῦ γαμῶ τὸ πατρικὸ
τ
ὸ μικρό σου τὸ παιδὶ
ε
ὔχομαι νὰ δῇς νεκρὸ




ΓΑΜΩΤΑΦΙΣΜΟΣ ΤΩΡΑ!

Σκληρὲς κουβέντες, ναζικές, μοῦ τάραξαν τὸν ὕπνο:
«κωλογαμῆσαν τὸ Χριστὸ στὸ Μυστικὸ τὸ Δεῖπνο

κωλοψωλιῶσαν τον πικρά, μεγάλο ναζιλίκι!
τοῦ ξεχειλῶσαν τὸν βρωχθὸ καὶ οὔρλιαζαν σἂ λῦκοι!»

στὸ ἀποκοῦμπι τοῦ Nergal στηρίζω τὶς ἐλπίδες
νὰ πνίξω τὸν Ψινάκη τους μὲ ζωντανὲς ἀκρίδες

νὰ τὸν κεράσω στιλεττιὲς βαθιὰ μέσα στὸν κῶλο
καὶ νὰ τοῦ στρίψω τἄντερο καὶ τὸ στομάχι ὅλο

στὰ μάτια του τὰ πούστικα νὰ βεντουζάρουν βδέλλες
ῥιγμένος στὸν Ἀσπρόπυργο σὲ μάντρα μὲ σαμπρέλες

νὰ ξεψυχάῃ ἀσθμαίνοντας, καὶ κλαίγοντας νὰ χύνῃ
νὰ τοῦ γαμᾶνε τὴν ψυχὴ ἀμφίβιοι Τελχίνοι

ΓΑΜΗΘΗΚΑΝ ΚΟΙ ΚΑΣΤΟΡΟΙ

Ὅταν γαμάω τὸ Χριστὸ νοιώθω πολὺ ὡραῖα
ε
ἴτε τὸν βρίζω μοναχὸς ἢ μ᾽ ὅλη τὴ μπαρέα

γίνομαι
ἄλλος ἄνθρωπος, ἀνοίγει ἡ καρδιά μου
δροσίζονται τ
ὰ χείλη μου, χορταίνει ἡ κοιλιά μου

ῥὲ κουτζαβάκη σὲ ῥωτῶ, μπορεῖς νὰ δώσῃς ξῆγα;
π
ὼς χύνει ρούβλια ὁ σαργὸς καὶ κανναβούρι ἡ μῦγα;

ὅποιος γαμήσια ἔσπειρε, ψωλόχια θὰ θερίσῃ
κα
ὶ τὸ καυλὶ τοῦ σατανᾶ μὲ θειάφι θὰ γεμίσῃ

σοφία, λέει,
ἀπ᾽ τοὺς παλιούς, ἀπόγονοι τοῦ Δώρου
τσιμπούκι, ξύλο κα
ὶ φωτιὰ στὸ σπίτι κάθε φλώρου

ξεχείλισαν τ
ὰ χύσια τους τὴ γκοίτη τοῦ Εὐρῶτα
γαμήθηκαν κο
ἳ κάστοροι, κι ὅποιονα θέλεις ῥῶτα

στο
ῦ Μπαρμπα-Γιάννη τὴν αὐλὴ σκοτῶσαν ἕνα φίλο
τ
ὸ γκῶλο του ἀνοίξανε μὲ σκουργιασμένο γρῦλο

τ
ὶ μὲ κυττᾷς κωλαλβανὲ, γαμῶ τὴ σκωταριά σου;
το
ὺς γυιούς σου θὰ κρεμάσουμε ἀπὸ τὰ ἄντερά σου

ΒΓΑΝΕΙ Η ΠΟΥΤΖΑ ΜΟΥ ΡΑΚΗ

Χύνουν καὶ τρῶνε τὸ σκασμὸ
κα
ὶ θὰ πεθάνουνε ἐδῷ
ἂν δὲ γαμήσουν τὸ Χριστὸ
πάνω σ
ὲ ξύλινο σταυρὸ

γελ
ᾷ καὶ χύνει ὁ μουλᾶς
γεμίζει φλόκια
ὁ κουβὰς
τσιμπούκια θ
ὲς κι ἐσὺ νὰ φᾷς
θ
ὰ σὲ γαμήσουμε ἂν-φὰς

ἕνα πρεζάκι στὴ Φυλῆς
ζητο
ῦσ᾽ ἐπίμονα χασὶς
τ
ὸ μπάτησ᾽ ἕνας ταξιτζῆς
κα
ὶ τὸν ἀφῆσαν καταγῆς

ψόφα καργιόλη βδελυρ
ὲ
σκελετωμένε λεχριτζ
ὲ
φτύνω τ
ὸ πτῶμα σου, μπινὲ
ῥοῦφα ἀτόφιο μπουλκουμὲ

ἀκούω μόνο κλασσικὴ
σ
ὰν σοῦ γαμῶ τὴν ἀδερφὴ
βρίζω τ
ὴ μάννα της μ᾽ ὀργὴ
κα
ὶ χύν᾽ ἡ ποῦτζα μου ῥακὴ